Από τα κορυφαία δείγματα της βουλγαρικής θηριωδίας υπήρξαν τα γεγονότα της Δράμας, η ομαδική εκτέλεση από τους Βουλγάρους 3000 πατριωτών στο Δοξάτο και τα άλλα χωριά, προς καταστολή της αυθόρμητης εξέγερσης και κατάκλισης των βουλγαρικών αρχών κατοχής και το 1913 αλλά και στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου του 1941. Γενικά, η αντίδραση των Μακεδόνων και των Θρακών στην καταπίεση και τον εκβουλγαρισμό απαντήθηκε με ωμότητες που ανησύχησαν ακόμα και τη γερμανική διοίκηση.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1820, Έλληνες από διαφορετικές περιοχές άρχισαν να έρχονται στην πόλη της Δράμας. Αυτή η μετανάστευση ήταν αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης της Δράμας, η οποία είχε μεγάλη παραγωγή καπνού, βαμβακιού και ρυζιού. Οι τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και οι πρώτες του 20ου αιώνα θεωρούνται ότι είναι τα χρόνια που η Βουλγαρική προπαγάνδα διείσδυσε στην περιοχή. Η Δράμα είχε λίγους Βουλγάρους οι οποίοι είχαν έρθει από το Κιλκίς και είχαν εγκατασταθεί κυρίως στην περιοχή γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό.
Οι Βούλγαροι ξεκίνησαν την προπαγάνδα τους μετά το 1870 όταν σταμάτησαν να χρησιμοποιούν την εκπαίδευση, τα βιβλία και το δωρεάν φαγητό για τους κατοίκους ως μέσα προπαγάνδας και εγκαινίασαν την τρομοκρατία και τις δολοφονίες χρησιμοποιώντας ομάδες, που ονομάζονταν «Κομπαντζίδες» και περιπλανιόταν στην περιοχή.
Το 1878 οι Έλληνες κάτω από τη θαρραλέα αρχηγία του Επισκόπου Ιωάννικου, των αρχηγών της Δράμας και ιδιαίτερα ενός γιατρού από την Προσωτσάνη, που ονομαζόταν Νικόλαος Λιάμης, συμβάλανε στην αναίρεση της συμφωνίας του Αγίου Στεφάνου η οποία είχε ήδη δημιουργήσει τη Μεγάλη Βουλγαρία που συμπεριλάμβανε τη Δράμα και στην πραγματικότητα επεκτεινόταν ως το βουνό του Ολύμπου.
Κατά το τέλος του 18ου αιώνα και στην αρχή του 19ου οι άνθρωποι της Δράμας, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Χριστιανοί και ελληνικής καταγωγής, πήραν ρόλο στο Μακεδονικό Αγώνα με στόχο να αποκτήσουν την ελευθερία τους και να ενωθούν με το νεώτερο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος. Η περίοδος 1903-1908 κοσμήθηκε από την περίφημη Μακεδονική Επανάσταση όπου ολιγομελείς ομάδες Ελλήνων Μακεδόνων υπό τις οδηγίες λαμπρών οπλαρχηγών, έδρασαν κατά των βουλγάρων κομιτατζήδων με επίκεντρο των αγώνων την ελώδη λίμνη των Γιαννιτσών. Σ’ αυτή την περιοχή δοξάστηκε και εξαγνίστηκε δια του θανάτου του ο λαμπρός Έλληνας στρατιωτικός, Παύλος Μελάς με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας.
Ο Άγιος Επίσκοπος Δράμας και μετέπειτα Σμύρνης ήρθε τη σωστική ώρα για να συνδράμει και να μεταφέρει τη φλόγα και την παρηγοριά, την ελπίδα και το κουράγιο που τόσο είχαν ανάγκη οι Δραμινοί ραγιάδες, καθώς τα δεινά που συσσώρευσαν τα βουλγαρικά κομιτάτα είχαν κάμψει το ηθικό και την αντοχή τους. Ένας δραστήριος και πανάξιος ιερωμένος, ο εθνάρχης Χρυσόστομος, έφτασε σε μια εποχή με τις πιο αντίξοες συνθήκες για το ελληνισμό της βόρειας σκλαβωμένης Ελλάδας. Έπρεπε να καλύψει πολλές πληγές και κενά, να οργανώσει και να ανατρέψει τον ελληνισμό. Να ανατρέψει τα καταχθόνια σχέδια των Βουλγάρων που έβαιναν υλοποιούμενα.
Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος, η μαρτυρική αυτή εθνική φυσιογνωμία που κατακρεουργήθηκε από τον τουρκικό όχλο στη Σμύρνη το 1922, αντιλήφθηκε την κρισιμότητα της κατάστασης αμέσως μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του. Γι’ αυτό και κήρυξε την άμυνα κατά των δυναστών των Ελλήνων. Ηγέτης πνευματικός και διοικητικός, οξυδερκής και διπλωμάτης, ακάματος κι αγωνιστής απαράμιλλος, δέσποσε την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα στο χώρο της Ανατολικής Μακεδονίας όπου η δράση των κομιτατζήδων καρποφορούσε πανηγυρικά για τη Σόφια που έτριβε τα χέρια της με ικανοποίηση.
Έτσι ιδρύεται το Κέντρο Άμυνας με πρόεδρο και κινητήρια δύναμη τον ίδιο. Γίνονται επιτροπές στα κυριότερα χωριά. Από κοντά του κι ο δραστήριος ιεροδιάκονος και αεικίνητος βοηθός του Θεμιστοκλής Χατζησταύρου από το Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας. Αργότερα, μετά την απελευθέρωση θα γίνει επίσκοπος Καβάλας και μετά Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος με το όνομα Χρυσόστομος(1880-1968).
Ήταν ένας ευφυέστατος, σεμνός, επιβλητικός και γενναίος νέος, γεμάτος θέρμη, πειστικότητα και πατριωτική έξαρση. Στάθηκε πολυτιμότατος βοηθός του φιλόπονου και δικαιοκρίτη ιεράρχη Χρυσόστομου. Δική του ήταν η φροντίδα και η ευθύνη στη μύηση των πατριωτών Δραμινών μέσα στους κόλπους της Εθνικής Άμυνας.
Ο όρκος δινόταν στο σπίτι του Χρηστάκη Γεωργιάδη που ήταν και υπάλληλος στο μονοπώλιο του καπνού. Το σπίτι ήταν κάπου στη σημερινή οδό Ελευθερίου Βενιζέλου. Το ευαγγέλιο πάνω στο τραπέζι και δύο ξιφολόγχες χιαστί. Από τους πρώτους που μυήθηκαν και ορκίστηκαν ήταν ο δημογέροντας Κωνσταντίνος Δαβάλλας από τη Λεπτοκαρυά Ζαγορίου του νομού Ιωαννίνων, από τα εκλεκτά μέλη των Ηπειρωτών της Δραμινής κοινωνίας. Ήταν τουρκομαθής και διορισμένος από τις τουρκικές αρχές ως δικαστικός. Κι από τη θέση αυτή βοήθησε πολύ τους Έλληνες συμπατριώτες του.
Αλλά τους Δραμινούς, που ξεκίνησαν να ανατρέψουν ό,τι μεθοδικά κι επί τριάντα χρόνια ανενόχλητα ετοίμασαν οι κομιτατζήδες, βοήθησαν πάρα πολύ και ποικιλοτρόπως, κυρίως αρκετοί Ελλαδίτες στρατιωτικοί. Και βέβαια ο Μακεδονικός Αγώνας, 1903-1907, είχε και την συμπαράσταση του πνεματικού κάσμου της ελεύθερης Ελλάδας και του απόδημου Ελληνισμού.
Ο Αιμίλιος Βεάκης(1884-1952) όντας ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα οργάνωσε θεατρικές παραστάσεις με εθνικό περιεχόμενο στα σχολειά της Δράμας με τη συμμετοχή και Δραμινών ερασιτεχνών ηθοποιών κι έτσι ανέβαζε στα ύψη τις εθνικές αξίες και το φρόνημα των ελληνοπαίδων. Μεγάλος θεατράνθρωπος. Ίδρυσε στη Δράμα τη Σχολή Θεάτρου σε συνεργασία με την Ελληνική Κοινότητα Δράμας που διατηρούσε το Φιλόμουσο Αδελφάτο «Η Πρόοδος». Ένας σύλλογος που αποτελούσε πνευματική όαση τα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, εκατό χρόνια μετά την απελευθέρωση της νότιας Ελλάδας.
Ο αγώνας ήταν τελικά νικηφόρος για τους Έλληνες παρά την Τουρκική αντίδραση και την τρομαχτική πολιτική των Άγγλων οργανωτών της Τουρκικής αστυνομίας, η οποία ενδυναμώθηκε στην περιοχή της Δράμας.
Τον Οκτώβριο του 1912 η Δράμα κυριαρχήθηκε από το Βουλγαρικό στρατό. Οι Βούλγαροι, παρόλο που ήταν σύμμαχοι της Ελλάδας χρησιμοποίησαν όλων των ειδών τα βασανιστήρια, ακόμη και δολοφονίες ώστε να μεταβάλλουν το χαρακτήρα του πληθυσμού. Η πόλη ελευθερώθηκε την 1η Ιουλίου του 1913 από τον ελληνικό στρατό κάτω από τις εντολές του Συνταγματάρχη Μηχαλακόπουλου από την Αρκαδία της Πελοποννήσου. Οι κάτοικοι της Δράμας, είχαν επικεφαλή τον Επίσκοπο Αγαθάγγελο ο οποίος σημειώνει στο ημερολόγιό του με τον πιο χαρακτηριστικά τρόπο τα αισθήματα χαράς όλων των Ελλήνων για τη μεγάλη ημέρα της απελευθέρωσης της Δράμας: «Δευτέρα οχτώ το βράδυ την 1η Ιουλίου 1913. Χαράς ευαγγέλια! Ελευθερία!... Ελεύθερα εορτάζουμε από της 4ης απογευματινής στη Δράμα μας. Αναπνέουμε. Ζούμε!...Κινούμεθα!... Ο εφιάλτης της Βουλγαρικής θηριωδίας κι αγριότητας που μας πίεζε το στήθος για οχτώ μήνες κι οχτώ μέρες, ιδιαίτερα τις τελευταίες ένδεκα μέρες, έντεκα ατελείωτες νύχτες, που απειλούσε να μας πνίξει, έχει χαθεί για πάντα από τη Δράμα μας. Ο Ελληνικός στρατός, νικητής και τροπαιούχος, μπήκε στη Δράμα. Χαρά κι αγαλλίαση! Χοροί, άσματα, ελευθερία!»
Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου(1916-19180), την 6η Αυγούστου 1916 μπήκε στη Δράμα και εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ξενοδοχείο «Έλλη» ο βουλγαρικός στρατός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου προέβησαν σε εκτοπίσεις Ελλήνων κι όσο περνούσε ο καιρός τόσο σκλήρυναν τη στάση τους με διαρκώς αυξανόμενες σφαγές άμαχων Δραμινών πολιτών. Τον Ιούνιο του 1917 άρχισαν και οι αιφνιδιαστικές εξορίες. Η πρώτη ομαδική αποστολή για τη Βουλγαρία αποτελούνταν από 500 Δραμινούς. Αυτοί οι εξόριστοί έφεραν το όνομα «Ντουρντουβάκια». Από αυτές τις εξορίες ελάχιστοι ήταν αυτοί που γύρισαν πίσω. Τελικά η Δράμα θα απελευθερωθεί για δεύτερη από τη 13η μεραρχία του ελληνικού στρατού στις 27 Σεπτεμβρίου 1918. Οι βούλγαροι φεύγοντας από τη Δράμα λεηλάτησαν τα πάντα καιν πήραν μαζί τους ένα μεγάλο μέρος της εθνικής μας κληρονομιάς, ενώ το υπόλοιπο το κατέστρεψαν.
Μία σημαντική στιγμή στην πρόσφατη ιστορία της Δράμας, είναι η επιστροφή των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τη Θράκη. Αυτοί οι άνθρωποι, ύστερα από την εθνική καταστροφή του 1922, εγκαταστάθηκαν συλλήβδην στη Δράμα δίνοντας στην πόλη τη φυσιογνωμία την οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα.
Η πόλη θα γνωρίσει για μια ακόμη φορά, το 1941, την εμπειρία της ξένης κατοχής, που σημαδεύεται από την έξοδο πολλών κατοίκων προς τη Θεσσαλονίκη και τη μαζική σφαγή εκατοντάδων πολιτών στις 29 Σεπτεμβρίου 1941, ύστερα από εξέγερση στην περιοχή.
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Χίτλερ της Γερμανίας παραχώρησε την περιοχή στη Βουλγαρία(1941-1944). Το Σεπτέμβριο του 1941, μια εξέγερση ξέσπασε στη Δράμα. Ήταν η πρώτη οργανωμένη κίνηση αντίστασης εναντίον των Άξων σε όλη την Ευρώπη. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1941 πολλοί αθώοι Έλληνες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασής τους. Επιτίθονταν με συγκεκριμένα αστυνομικά τμήματα αλλά χωρίς ένα οργανωμένο σχέδιο η επανάσταση τους ήταν ανεπιτυχής. Η «σφαγή» του Ελληνικού πληθυσμού της Δράμας και των γύρω περιοχών(Δοξάτο, Χωριστή, Προσωτσάνη και Καλλιθέα) ακολούθησαν την εξέγερση. Μια δεύτερη «σφαγή» συνέβη δύο χρόνια αργότερα, το Μάρτιο του 1943, όταν ο Ελληνοεβραϊκός πληθυσμός της Δράμας απήχθηκε και εξολοθρεύτηκε από τους Ναζί αφού συγκεντρώθηκαν από τις αρχές κατοχής σε καπναποθήκη της πόλης και οδηγήθηκαν στο ναζιστικό στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα στην Πολωνία για μαζική εξόντωση.
Η Δράμα ήταν ελεύθερη ξανά τον Οκτώβρη του 1944 όταν οι Βούλγαροι υποχρεώθηκαν να φύγουν από την περιοχή ύστερα από την ήττα των συμμάχων τους, των Γερμανών.
Περισσότερα... »